ΤΑΞΥΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟ
‘’Κατσε να δουμεν πως τα παεις’’
Ειπε ο γερος κι’εκατσα.
Την Αυστραλια εκλησε εξω ο καφετζης.
Της Κυπρου χαρτης κρεμεται απεναντι στον τοιχο.
Κι’ ο γερος βρακα δεν φορα.
Στην φαντασια ‘βιζητα’ οι δυο στην Κυπρο παμε.
Παρεα δυο γρεκοι, γερος και νιος.
Περα στ’αμπελι ειμαστε, στου γερου το χοριο.
Το χωμα ασπρο και ξηρο.
Μαυρο σταφυλι εκοψε ο γερος και προσφερει –
– ‘’Το φοιτεψα’’, λεει, ‘’εγιω’’.
Του πευκου νοιωθω μυρουδια,
Σαν του κρασιου ρετσινα.
Το ‘καημακκι’ του καφε στου γερου τα μουστακια.
Κι’ ο γερος γλυφει σαν μωρο.
Εγω τον ‘Νεσκαφε’ ρουφω.
– Και ομως ειμαστε στο μακρινο χοριο.
Ωρες πολλες οι δυο περιπολουμε.
Στα ματια ‘δω του γερου το παρελδον θωρω,
Του γερου που μου κερασε καφε γλυκο να πιω –
– Τιμη για εισιτηριο αυτοματο, φτινο –
Να τα ξιδεψουμε μαζι στου γερου το χοριο.
Και ξαφνα εδω οι ταξιδιωτες ‘γειναν
Ξιπολιτα παιδια κι’ οι δυο.
Και ειν’ Απριλης, ανοιξης, τριγυρω μου θαρρω.
Χωραφια πρασινα, κοκκινες παπαρουνες.
Τα γελλια τους αντιλαλος ως τρεχουν πεταλουδες.
Ανεγνιας ετσι παιζουνε, αθωα στην καρδια,
Στης μνημης ‘κει τον καμπο,
Τα δυο μικρα παιδια.
‘’Πρεπει να παω’’ λεω ‘γω. ‘’Εχω δουλλιες να καμω’’.
Του γερου λυπη εχουνε τα ματια τωρα ‘δω,
Ως το ταξιδι εκοψα προημο και μισο.
‘’Ευκαριστω για την παρεαν,
Να παεις γιε μου στο καλον’’,
Λεει ο γερος μεταναστης,
Του μακρινου χοριου ο γιος.
Πανικος της Ευτυχους / Πανικος Χριστου Σαββιδης / Peter Savvides
The downloadable version of the poem is below. This poem must not be sold in any form, and copyright remains with the author, Peter Savvides.
Leave a comment