ΤΖΙΕ ΣΙΚΚΗΜΕΝ……ΚΡΕΜΜΑΛΛΑΝ !
( Ο ξαδελφος μου Χαρης Παπαρες και η ‘κουκλα-σε ολα-προ παντως στην ψυχη’ συζηγος του Χρυσα – απο Λεμεσο, Κυπρου – επισκευτηκανε το Συδνει, Αυστραλιας (στα μεσα του 1990) και πηγαμε στο υπποδρομιο και ενας φιλος μου ειπε το αλογο του δεν ‘’χανει σημερα – συγουρο να κερδισει’’ και η Χρυσα μου εδωσαι ολα – 42 δολλαρια – οτι ειχε στην τσαντα να τα πουνταρω στο αλογο ).
Που πανω-θκιον μου καθεται ο δικαστης τζι’αφριζει.
Η μουττη του μια πιθαμη. Σαν γυπα ρουθουνιζει.
Με μαντυλουιν τα γυαλλια φτιννει τζιε καθαριζει.
Λαλει μου, εν να δικαστω, κουτσιην ενν μου χαριζει.
Τα μαδκια του ολομαβρα, οι βουτσιες του σακκουλλες.
Θα κοψω τωρα, μου λαλει, τες αμαρτιες ουλλες.
‘’Κατηγωρησαι’’ μου λαλει ‘’πως εισαι χαρτοπεκτης,
Τζι’αυτον το δικαστηριον σε βρησκει να’σαι φτεκτης’’.
‘’Τες μαρτηριες π’ακουσα τωρα εν να ζυγησω
Τζιε την πινην σου δικαια, εγιω, θ’αποφασησω’’.
Κοιταζω το ρολοιν μου, τζιε μου ‘σιει αθθημισει
Το αλογον του φιλου μου που μου ‘πεν θα κερδισει.
‘’Βιαζου, ατε δικαστη, τζι’η ωρα εν να ρεξει,
Τζιε εχω εναν συουρον στην κουρσαν πον να τρεξει’’.
Να παω εσηκωστηκα, το γαιμαν μου υβραζει,
Μα μια γεναικα δυπλα μου επιγοντως φωναζει
‘’σαραντα-δκυο δολλαρια κρατω τζιε ουλλα παρτα,
Στο αλογον του φιλου σου για να κερτισει βαρτα ! ‘’.
Γυριζω δυπλα, τι να δω? Η Χρυσα μου μιλαει,
Μου δινει τα δολλαρια τζιε μου χαμογελαει.
‘’Βρε Χρυσα, τι καμνεις δαμε’’ ρωτω με αποριαν.
Λαλει μου ‘’ με χαννεις τζιερον με αλλην ιστοριαν.
Βιαστου, καμνε γλυορα, γιατι εθ θα προλαβεις
Στο ιπποδρομιον να πας τζιε τα λεφτα να βαλεις ! ‘’.
‘’Σηκωστου κορη τζιε μαζιν στες κουρσες εν να παμεν
Τζιε που τες κουρσες υστερα κοινεζικα να φαμεν’’.
Μα πριν προλαβουμεν παδκιαν να καμουμεν οι δκυο μας,
Ο δικαστης, σαν γυγαντας, στεκει που πανω-θκιον μας.
Το λαρυνγγαν του τεντωσεν, σαν πετινος που κραζει,
‘’Οι δκυο κατιγορουμενοι να κατσουν’’ διαταζει.
‘’του τζιογου θυματα, καλε, εγεινετε τζι’οι δκιος σας.
Τα αλογα τζιε τα χαρκια εσιετε για το βκιος σας’’.
‘’Εσου κυρια Παπαρε, αξιζεις για να παρεις…….’’
Μα ξαφνικα ο δικαστης αλλαζει – εν ο Χαρης.
Τζιε δικαστη στολην φωρει τζιε το ματσιν κραταει.
Φωναζει ‘’ουλλοι σηωπην’’ – την εδραν του κτυπαει.
…..’’επι ζωην φυλακισην, χωρις ελεφθεριαν,
Γιατι αλλιως η πουνγκα μου δεν εσιει σωτηριαν !!’’
Εγιω φωναζω ‘’ξαδελφε, εισαι με τα καλα σου?
Ολαν, αλοπως εχασες τα γερημα μυαλα σου!
Θα το ‘σιεις βαρος παντοτε βαθκια μεσ’ στην ψυσιην σου’’.
Αυτος λαλει μου ‘’ σηωπην, ενν εν δουλλια δικη σου’’.
Στην Χρυσαν γυρισα εγιω, θαρρος για να της δωσω
‘’εσου μεν συκκιρτιζεσαι, εγιω θα σε γλυτωσω,
Τζιε δικηγορον εξυπνον θα βρω τζιε θα πληρωσω.
Θα καμω εφεσην, θα δεις, την δικην θ’ακυρωσω’’.
‘’Κατιγορουμενε, μιλας πολλα τζιε παραπανω.
Για σεν’ τωρα αποφασην να δω τι εν να κανω….’’
….Τ’αυτια μου εν πιστεβκουσιν, σαν μελησσες βουιζουν,
Γιατι νομιζω την φωνην π’ακουω την γνωριζουν….
Στην εδραν τωρα δικαστης, καθεται σαν τον φαρον,
Με εναν υφος ασσιημον, απονη σαν τον χαρον,
Η μανα των δκυο κορων μου, η ομορφη Φιορελλα,
Που με εστεφανωθηκεν, πριν χροννια, σαν κοπελλα.
Λαλω τζι’εγιω ‘πο μεσα μου ‘’τωρα θα την γλυτωσω
Τζιε ουτε λογον κανενου δεν θα ‘χω πκιον να δωσω’’.
Μα διατασσει με φωνην, σαν κανοννιου την μπαλλαν
…’’εσεν κατιγορουμενε σου κοβκω την κρεμαλλαν
Αν ξαναπεξεις αλογα, χαρκια η κουρσες σιυλλους,
Ρουλετταν, ζαριν, μηχανες η στυχημαν σε ψυλλους !!’’
Μωρε, δεν βρεθειν αδρωπος για να με διατασσει,
Τζιε μια γεναικα δαχαμε, με το που να μου λασσει,
Θαρκεται πως θα φοηθω? Νομιζω ενν με ξερει.
Θα καμω ‘γιω του γουστου μου τζιε οτι πα ας φερει.
Εγιω εφτεις σηκωννομαι, την κουρσαν να προφτασω,
Να βαλω πανω τα λεφτα – τζιε σικκημεν ας χασω!
Μα ο εκτελεστης, θηλλιαν εις στον λαιμον μου βαζει
Τζιε που την μουττην την ψυσιην συγα-συγα μου βκαζει.
Αναπνοην οι πνευμονες να παρουν προσπαθουσιν,
Μα ενν μπορω, τζιε προς θεου, θα παν’ να εκραγουσιν.
Στα σιερκα πιαννω το σιυνιν, μαχωμαι να τ’αννιξω.
Ο λουτσηκας με εππιασεν τζιε θελω για να βιξω.
Μα ‘κομα ο εκτελεστης με σφηνγγει να πεθανω.
Γυριζω ομως αξαφνα τζιε στον λαιμον τον πιανω,
Τζιε σφυνγγω τον, το κερατταν, τζι’εγιω για να τον πνιξω,
Τζιε μαχωμαι, σαν τον πελλον, το μνημαν του ν’αννιξω.
Τζιε ανγκαδκιω, σαν πολεμω, στον τοιχον κολλιμενον
Καθρεφτην, μιαλον τζιε ψυλον, με λαμπες φωτισμενον.
Τζιε τι να δεις? Μεσ’στο γυαλλιν σπηαζω την οσσιαν μου,
Για να κρεμμασει μασιεται, ολαν, την αφενγκιαν μου!!
‘’Ρε Πητερ..Ξυπνα!! Προς θεου, σαν βουιν ροχχαλιζεις.
Το ειπαμεν, σιηλλιες φορες….. σταματα να καπνιζεις!’’
Ξυπνω τζι’εγιω – με το μυαλον ακομα θολομενον –
Με το σεντονιν, σαν θηλλια, εις στον λαιμον δημμενον.
Ξυποτηλειω την θυλλιαν τζιε βκεννω που το στρομαν.
Αναπνοες τραβω βαθκιες που μουττην τζιε που στομαν.
Λαλω, ‘’μιαν τζιε σηκωστηκα, θα παω να δουλεψω,
Καμποσες ενκρεμει δουλλιες να πιασω να τελεψω.
Μα ενν εχω την ορεξην εις την δουλλιαν να παω.
Μωρε, εγιω θα τζιημηθω τον υπνον π’αγαπαω’’.
Μα κρημας, αθθυμηθηκα πως ειμαι καλεσμενος
Να παιξω κουρσες τζιε χαρκια με φιλους, ο κλησμενος.
Υποσχεσην που εκαμα εγιω μου δεν ξεχναω.
Γι’αυτον, στες κουρσες σημμερα τζιε στα χαρκια θα παω!!!
Πανικος Χριστου Σαββιδης / Peter Savvides ( Στο Συλβανια, μια νυκτα στην δεκατετια 1990 )
The downloadable version of the poem is below. This poem must not be sold in any form, and copyright remains with the author Peter Savvides.
Leave a comment