( Η πρωτη γεννια ξενιτευμενων ζει σε δυο τοπους και δυο εποχες – στο σημερα και στο χθες. Οπως οι προσφυγες. Οσο καλη κι’αν τυχη να ειναι η ζωη τους στην ξενειτια τους λιπει ο δεσμος στο χωμα που γεννηθηκαν – ασχετως φυλης, οικονομιας κλπ. Για μεταναστων παραπονα/αισθηματα μιλουν εδω τα λογια)
Σε ξενες γες πονουμεν.
Αρρωστοι, γεροι τζι’αδικημενοι.
Ταφους γωννιων πκιον εθ θωρουμεν.
Που τα μητρωα των χορκων μας ξεγραμμενοι.
Τζιε ξενοι ετσι ζιουμεν.
Μονοι μας κουβλιοι τζιε ξεχασμενοι.
Μανας το σπιτιν εθ θα δουμεν.
Οσοτου θανατος μας βρει, ξενιτεμμενοι.
Καθενας μας στα ξενα
Αμετρους πονους εσιει ‘ποφερει.
Πως δεν εχασαμεν τα βρενα
Ενας θεος το ξερει.
Αρνηθιν μας το χωμαν
Τζιει που μορουδκια μας εγεννησαν.
Φκιορα μαραναμεν σιημωναν.
Φκιορα που ‘κομα ενν αθθησαν.
Στα ξενα θα μας θαψουν,
Σε χωμαν κρυον τζιε βαρετον.
Πλασματα ξενα εν να μας κλαψουν.
Ετσι μας ενει τα τυχερον.
Στην γην ακομα το κορμιν μας,
Μεσ’ στα χαλιτικα τα ξενα παρπατα.
Μα το μυαλον μας τζιει στην γην μας
Μεσ’ στα χωραφκια του τζιηρου μας αγρυπνα.
Τζιηματε νυκτες σε καλυφες
Μεσα σε τζιηπους πιποννιων.
Παρεαν του οι νυκτεριδες.
Τραουδκια ναννουριζουν το αηδωννιων.
Νυκτες τζιε νυκτες ετσι παμεν,
Πισω στον τοπον της καρκιας.
Στης μανας σπιτιν για να φαμεν.
Να τζιημηθουμεν στην αγγαλην σηουρκιας.
Ο νους αλλου τζ’ αλλου το σωμαν.
Ετσι θα ζιουμεν, οι φτωσιοι.
Εθ θα πατησουμεν της Κυπρου χωμαν.
Δικασαν μας να ειμαστιν στα ξενα μανισιοι.
Μα τες καρκιες μας εμ μπορουν
Αλλοι να τες κλειωσουν.
Τζιηνα που θελουν θα θωρουν,
Οσπου ζωες τελλιωσουν.
Πισω στην Κυπρον θα ταξιδεβκουν,
Τζιε στα περβολλια τους θα δουλεβκουν.
Με το δρεπανιν εν να θεριζουν,
Μεσα σε καμπους τζιε σε λαξιες.
Με την δουκανην εν ν’αλωνιζουν,
Τζι’εν να βακλιζουν τες τερατσιες.
Θα ‘χουν φαωσημα στα καλαθκια,
Στες κουκκουμαρες κρυον νερον.
Τζι’ας παρπατουσιν μεσ’ στα ανγκαθκια,
Τζι’ας τρωσιν μονον ψουμιν ξερον.
Στης φαντασιας μας τα λιμερκα,
Κατω που δεντρα, τα μεσομερκα,
Στο σσιος γερμενες τζιε ποσταμενες,
Θα ποτζιημουντε ευτυχισμενες,
Οιπνον δικαιους, καλους αδρωπους,
Τουτες οι ατυχες οι καρκιες –
Που μεσ’ σε ξενους απονους τοπους
Επαρπατησαν πασ’ στες φωδκιες.
Πανικος της Ευτυχους / Πανικος Χριστου Σαββιδης / Peter Savvides
(Νοεμβρη 1996)
The downloadable version of the poem is below. This poem must not be sold in any form, and copyright remains with the author, Peter Savvides.
Leave a comment