ΧΟΡΚΑΤΙΤΖΙΗ ΖΩΗ
**Απο τες αναμνησεις το Πανικου της Εφτυχους ( οπως με ξερασιν στο χοριο μου ), μετεπειτα στην Εμπορικη Ακαδημια Λεμεσου ως ‘’Σαββα Παναγιωτης’’ και στη Αυστραλια ως Peter Savvides. Ενας που ειναι γεννημα Κυπριακου χοριου αλλαζει μεχρι μιαν ντουζιναν ονοματα μεχρι θανατο. Γραμμενον στην Κυπριακη Ελληνικη διαλεκτο. Undated; composed in the 1990s**
Τζιε τα παιδκια μου θελουν να μαθουν
– σαν παραμυθιν που το δκιαβαζουν –
Χρονια στην Κυπρον που ειχα ζησει,
Γνωσεις τζιε σκεψεις που μου’χουν φησει.
Τζι’εγιω λαλω τους για το χορκον μας,
Πως εδουλεβκαμεν για το βκιον μας,
Για το ζεβκαριν τζιε τα χωραφκια,
Δωμες, αβλατζια τζιε μονοπαδκια.
Σπαρτα τζιε τζιηπους, ροτσους τζιε βολους.
Πρωτες βροσιες, μαζια, καραολους.
Θερει, αλωννια τζιε για δεμαδκια.
Εγιες, κουελλες τζιε για κοπαδκια.
Για καλοτζιερκα, π’αλλοι θεριζαν
Τζ’αλλοι τ’αμπελλια τους ετρυηζαν.
Τι εφορουσεν μεσα η βουρκα.
Για τους γαδαρους με τα στρατουρκα.
Για τα χωραφκια μας τζιε τα μαλλια.
Για μαντωριννια τζιε πορτοκαλλια.
Βαρτικα συκα τζιε για πιποννια,
Κοννους, Κρεμμον, Τζιητσιηφες τζιε Κοννια. 1.
Για τους φεβκους τζιε καλικαντζαρους.
Για τα μποσταννια που’χασιν γλαρους.
Πρασινον λαδιν μεσ’στα πυθαρκα.
Μεσα στα δασει τα μανιταρκα.
Για κουζες λεω τζιε για καλαθκια,
Κονναρα, σιηννους τζιε για ανγκαθκια.
Κατσαρα, φουρνους, ποξαματουδκια,
Καμπους, πλεβρες τζιε για περβολουδκια.
Για σταμνες που’χασιν ζαλατιναν.
Φτωσιες, καμους τζιε καποτε πιναν.
Δασει, χωραφκια, τζιηπους τζι’αμπελλια.
Θρυνους, κυδιες, γαμους τζιε γελλια.
Λαους, κουνελλια, φασσες, τρειοννια,
Σκαθθαρους, μαραθους τζιε λεμοννια.
Σιηννους, βαβατσινους τζιε πουρνελλες.
Κολυμπους, λαντες τζιε για αβτελλες.
Βοσσιοι πιδκιαβλιν πεζαν στα ορη.
Πρικαν στον γαμον εισιεν η κορη.
Συκα, παστοσυκα ξερανισκαν.
Ορνιθες μεσ’στες κοφκες ξανισκαν.
Λαλω για νυχτες τα καλοτζιερκα,
Που’σιεν φενγκαριν, λαμπαν τ’αστερκα
Τζι’ειταν η φυση σταματιμενη,
Μεσ’στο ασιμην γλυτζια ντιμενη. 2.
Ρολοιν ωραν δεν εκτιπουσεν.
Τιποτε δεν μας στενοχορουσεν.
Εσσω οι μιαλοι εκουνουστιζαν,
- Μεσ’στα μποσταννια μιτσιοι καπνιζαν.
Τζιε ειταν ουλλα σε ησυχιαν,
Ειχαν γαληνην τζιε ευτυχιαν.
Σαν επετουσαν ει νυκτεριες
Εψηθυριζασιν ιστοριες.
Τζιε σαν να ειταν προσυλομενα
Τζι’ειχαν τα φυλλα τους τσουλλομενα
Οπια δεντρα μυστικα ακουσαν
Δυπλα στα αλλα ξαναλαλουσαν.
Τζιε σαν τες μανες εμουρμουρουσαν,
Που στα παιδκια τους ατραουδουσαν,
Μεσ’στην αγγαλην σαν τα τζιημιζαν
Τζι’υπνον αντζιελους σαν τους χαριζαν.
Πουλλια στους κλονους σαν εκουρνιαζαν
Τζιε στες φουλλιες τους σαν εφουλλιαζαν
Σαν τα μορουδκια εροχχαλιζαν
Τζιε καθε λλιον εφτερουτζιηζαν.
Οι μαοι ‘καμαν τζιηνες τες ωρες,
Εννοιωθες ουλλα σαν τα εθωρες.
Μεσ’στην ζωην μου βαθκια εμπηκαν.
Σκεψεις αξαχαστες μου αφηκαν. 3.
Της γης μυστηρια φανερωσαν
Τζιηνες ει νυκτες τζιε μου εδωσαν.
Ειδα της φυσης, τοτε, τα βαθοι –
Σαν εγεννηθιν, χωρις τα παθοι.
Για τους σιημωνες, λαλω τους, τοτες.
Μεσ’στους γουμαες κουρνιαζαν κοτες
Τζι’ειταν τα παντα σκοτινιασμενα.
Ρουχα φωρουσαμεν μουσσιεμμενα.
Κουτρουβιν, κρυον, δονκια που τριζαν.
Ζωα τζιε κοσμος που τουρτουριζαν.
Δωματα π’ουλλον βροσιην εσταζαν.
Μεσα στα σπιδκια φουκουες βραζαν.
Φωδκιες με ξηλα που σπιθθιριζαν
Τζιε τσιμιννιες που εσσω καπνιζαν.
Τσουκκες γεματες φαγια π’αχνιζαν
Τζι’ουλλα στα σπιδκια μουσκομυριζαν.
Για κοννον π’ουλλοι πανω στο δωμαν
- Που ‘ταν στρωμενον με ασπρον χωμαν –
Πριν τον σιημωναν τον εσκορπιζαν,
Οπως τον φερναν μεσ’στην συριζαν.
Τζι’ας ειτουν κρυον τζι’ας τουρτουρουσαν,
Μονον τσιατταλλια κοντα φορουσαν
Ουλλοι ροκολοι τζιε βαρβαριζαν
Μεσα στες λαντες σαν πιτσιαλιζαν. 4.
Το δημμαν πανω στ’Αλιθομανγκα,
Που ‘σιεν που λεουν ‘’πελλαραν μανγκα’’,
Καθε σιημωναν εξισιηλουσεν
Τζιε τα χωραφκια μας πλυμιρουσεν.
Τζιε σαν το αρκον θερκον βουρουσεν,
Εσπαζεν οκτους, δωμες χαλουσεν
Τζι’ουλλα μπροστα του μαζιν τραβουσεν
- Δωρον στην θαλασσαν τα πουλουσεν.
Τζιε το γιοφυριν, που’ταν για γελλια,
Που’ταν κτισμενον πασ’ στα βαρελλια,
Καθε σιημωναν καταχαλουσεν
Μιαν τζιε ο σιημαρρος το κτυπουσεν.
Τζιε δωστου παλε το ξαναχτιζαν,
Πασ’στα βαρελλια το εστηριζαν.
Γρονος δεν περναν να μεν χαλασει.
Νακκον δεν μπορεν για να γερασει.
Τζι’εχτιζαν ετσι το γιοφυρουιν,
Παντα μιτσην, κακοριζικουιν
Τζιωη μιαν μιαλην κολογεφυραν –
Τζι’αμα τζιε βρεξει “σιεστα τζι’εγυραν”.
Τζι’εγηνιν ετσι μια ιστορια,
Καθε σιημωναν μια κομοδια.
Στηχημαν βαλλαμεν οταν βρεξει
Ποσον το γερημον εν ν’αντεξει. 5.
Τζιε συνεχιζω την ιστοριαν
Για πομηλορκα τζιε γληστηριαν,
Ξυδιν τζιε μελιν, κρασιν τζιε γαλαν,
Σπιδκια που ειχαν τον σταβλον σαλαν.
Για πετινους πρωιν που κραζαν.
Μεσ’στα βολιτζια στρουθοι φουλλιαζαν.
Για αποπατους στο χωμαν τρυπες.
Γι’αμπελοπουλλια , βερκα τζιε γυπες.
Για γαμους που’ταν νυκτες τζιε μερες.
Νυφφες με ασπρα, στεφανα, βερες.
Ριφκια στες σουβλες, χαρτζια με ρεσιν
Τζι’ουλλοι πετασσαν ψυλα το φεσιν.
Βκιολλια, λαουτα πεζουν καπαλιν.
Δωστου χωχωιν, χορον τζιε ζαλην.
Αντρες χωρεβκουν τζι’ουλλοι σφυρουσιν,
Βρατζιες, ποηνες, σκουφκια φορουσιν.
Κοπελλες δυπλα κυκλον τυρουσιν
Τζιε μαντιλουδκια ασπρα κρατουσιν.
Καμνουσιν σκερσα, γελουν τζιε νεβκουν.
Ουλλες νεραιδες σαν χορεβκουν.
Στην πισταν τωρα νιονυμφοι βκηκαν
Τζι’εχουσιν γιωρκιν χαραν τζιε γλυκαν
Τζι’οπως χωρεβκουν γυρων γυριζουν
Τζι’ουλλοι με λιρες τζι’εφτζιες πλουμιζουν. 6.
Γοννιοι τα στεφανα τους φιλουσιν.
‘’να σας ειζησουν’’ αλλοι λαλουσιν,
‘’τζιε στων παιδκιων σας’’ τους απαντουσιν.
Ουλλοι χαρουμενοι τζιε γελουσιν.
Ντροπην το ειχαν τοτε μαναες
Που’βκαλαν γιουες τεμπελχαναες.
Αδρωπος ψεφτης τζιε μουζεβηρης
Ενν λοαρκαζετουν νικοτζιηρης.
Λαλω για σουππες τζιε παστουρμαες,
Μαβρον παστελλιν τζιε λοκουμαες,
Κρεμαν, σιησιουκκον τζιε καττιμερκα,
Μαχαλλεπιν, αναριν, κιοφτερκα.
Για καφενεες, ταβλιν, λοκουμμια,
Ψαθες, ταλαρκα, πηδκιες, χαλλουμμια.
Λαμπες πετρολαου με φυτυλλια.
Σιαλλια, φυλεες, βρουλλια, μαντυλλια.
Σταβρους, βρασιολλια τζιε σκολαριτζια.
Σακκους, γιακκαες, κλατσες, μανιτζια.
Φουστες, βελονια, κλωστες, μασουρκα.
Θανατους, κλαματα τζιε τζηουρκα.
Λαλω για σιηρους που’χαν αφελλια.
Κολυμπους, λαντες τζιε για ασσιελλια.
Μαππουρους, μοσπυλα τζιε αππιδκια.
Σκουλουκους, μουγιες, κουφες τζιε φιδκια. 7.
Για τοτε π’ουλλα τα κοπελουδκια
Πλουμισμαν καλαντων – με τραουδκια –
Που τους παππουες τους εζιτουσαν
Τζι’ολας το σιεριν τους εφιλουσαν.
Τζιερκα, παπαες, ψαλτες, τροπαρκα,
Αγιες γραφες, λιβανιν, δοξαρκα.
Πασκαν, φλαουνες, ποξαματουδκια,
Σουππαν λεμονιν τζιε κουλλουρουδκια.
Για παρακλησεις στες ανωβριες –
Μεσα στους καμπους σαν τε ακριες –
Ουλλοι θεον εδοξολοουσαν,
Για να μας βρεξει παρακαλουσαν.
Για παναηρκα στα εξωκλησσια,
Κατω που πεφκους τζιε κυπαρισια,
Καμναν ψητα, ετρωαν τζιε πινναν,
Ετραουδουσαν, χορον εσιρναν.
Λαλω για σπυλλιους μεσ’στα λαοννια.
Θερη, δεμαδκια, στηβες θεμοννια.
Σπιδκια κτισμενα με τα πλυθαρκα.
Λαδιν τζιε ξυδιν μεσ’στα πυθαρκα.
Καμιννια, λασπην, φοκον, κουζαλλια,
Καρβουνα μαβρα, σκονην, ποζαβλια.
Δεντρα που ειταν ψυλα τζιε ισσια,
Πεφκους, καβατζια τζιε κυπαρισσια. 8.
ΧΟΡΚΑΤΙΤΖΙΗ ΖΩΗ
**Ο Πανικος ‘’της Ευτυχους’’ Χριστου Σαββιδης εξιστορει στα παιδια του την ζωη που εζησε σε χοριο της Κυπρου μεχρι ηλικιας 18 ετων πριν ξενιτευτει στην Αυστραλιαν.
*** το ποιημα συνεχιζει απο σελιδαν 8**
….Λαλω για σπυλλιους μεσ’στα λαοννια.
Θερη, δεμαδκια, στηβες θεμοννια.
Σπιδκια κτισμενα με τα πλυθαρκα.
Λαδιν τζιε ξυδιν μεσ’στα πυθαρκα.
Καμιννια, λασπην, φοκον, κουζαλλια,
Καρβουνα μαβρα, σκονην, ποζαβλια.
Δεντρα που ειταν ψυλα τζιε ισσια,
Πεφκους, καβατζια τζιε κυπαρισσια.
Μιτσια ξυπολιτα κοπελουδκια
Βκεννασιν πανω σαν πιθικουδκια
- Σαν τα κνιζια σταφιλλιων στες μουττες
Κρεμμουνταν ουλλα τους που τες φουχτες…..
Τζιε σαν τους κλεφτες πιανναν στρουθουκκια,
Μεσ’στες φουλλιες σπαζαν τ’αβκουκκια.
Τζι’ηστερα ουλλοι επεζαν μαππαν
- Βαλλασιν ενας του αλλου κλαππαν.
Λινγκριν τζιε πιλλιες αλλοι τους πεζαν
Τζι’ουλλοι γελουσαν τζιε περιπεζαν.
Πλατζιες εσιρνασιν τζιε φακκουσαν
Κουκους σκατουλλικα τζιε χαλουσαν. 9.
Τζιε καθε λλιον πεζασιν ξιλον.
Δεν ξεχωριζαν οχτρον που φιλον.
Λογια ετρεχαν σαν αλιντζαβρες
‘’ τζιερρατα, ρατσες, γεννιες τζιε χαβρες’’.
‘’Κουκλιν μου κατσε κοντα μου λλιον’’
- Λογια της γλυκας τζιε μεγαλιον –
Ακουες οταν τζιην’τα τριολλια
Ηταν στης μανας τους τα κατοβλια.
Για τους κολλιους, λαλω, τζιε κορονους,
Που’ταν σαν να’χαν ασσιημους πονους
Τζι’ουλλον πετουσαν γυρων τζιε κραζαν
Τζιε τα μωρα μας εφωητσιαζαν.
Φουλλιες που κτιζαν τα σιεληωνια,
Γλυκαν τραουδκια που αηδωνια.
Νυκτες που κραζαν ει κουκκουφαες.
Ρουχα που καμνασιν στες βουφαες.
Νησκιες, γουμαες, φουρνους, πεζουλες.
Για αντροκλιες, αμπελλια, κουζουλες.
Μυλους που σφινγκαν ελλιες για λαδιν.
Δωμες κτισμενες χωρις το φαδιν.
Καζια με σπιρτον, κλισμαν, αμπλαστριν.
Χαρτομαν, γαμον, γλυκαν τζι’ανγκαστριν.
Σκαφες, φουρνοφκιους, ψουμιν, ζιμαριν.
Γεννες, βαφτισια, μωρα καμαριν. 10.
Λουβκια, κουτσια, φατζιην τζιε λουβαναν,
Παμμιες, τοματες, λαχανα, φαβαν,
Μαητανον, γλιστερκες, σιταριν,
Ασιερον, ροβιν, ξερον κλιθθαριν.
Κουφες, αρκαππαρους, κατσιννιορους.
Φτυρες, κορκους, μυρκα τζιε φορους.
Βορτακους, σφηκους τζιε μαρτσιηωνες.
Βρατζιες, ποηνες, γελεκκα, ζωνες.
Λαλω για φτωσιες, καμους, μαραζια,
Βυσινα μαβρα, ασπρα κκεραζια,
Δισκους τζιε πιατα, κουππες, λαβεζια,
Ταβλες, πεζουλες, ξερα τραπεζια.
Για κομοδινα τζιε αρμαρουδκια.
Σκουλουκους μυαλους, μιτσια μαρτουδκια.
Βορτους τζιε γαρους που ανγγαριζαν.
Τραουλλους π’ουλλον εβαρβαριζαν,
Σαν τζιεραδκιωντουσαν να νικησουν
Τζι’οι ηττιμενοι να τους αφησουν
Ουλλες τε εγιες να τες μαζεψουν
Μονοι τους μονον να τες βατεψουν.
Τζι’ει εγιες οταν τζιυλλιοπονουσαν
Ριφκια στους καμπους μονες γεννουσαν.
Βοσσιημαν πριν το πρωιν εφεβκαν
Ολλοι μας ουλλες τους τες γαλεβκαν. 11.
Τζιε ει ροκολες στην εκκλησειαν,
Αμα τελλιωνναν την λυτουργειαν
Καμνασιν σκερσα, κακοματουδκια,
Σαν τους σφυρουσαν τα κοπελλουδκια.
Τζιε ει δικες μου χαμογελουσιν,
Καμνουν πως πρωτην φωραν ακουσιν
Ναζια ει νεες πολλα πουλουσιν
Αμα κοπελλια τες σουξουλουσιν.
Μα τουτα, ομως, κουτσιην ψουμνιζω.
Παλε αρκεβκω τζιε συνεχιζω
Τουτην την μιαλην την ιστοριαν
- Μεμπα τζιε χασω την εφκεριαν.
Λαλω για βρυσες τζιε για καννουρες,
Ζηττουραν, μπυλλιες τζιε για ασγουρες,
Προσφορα, αρτους, δεντρα τζι’αβλατζια,
Οροι, λαωννια, νερα τζι’αρκατζια.
Για τυχην που’χασιν τα μορουδκια,
Οσα γεννιουνταν σε σακκουλουδκια.
Τσιηκλες στο ξυδιν τζιε τιτσιρηες.
Ανεμοβροσια τζιε ανοβρηες.
Λακανες, λακκους τζιε αλακαδκια.
Νεους τζιε νεες, φιλλια τζιε χαδκια.
Ξοπορτες, σοπορτες, φτυρες, ψυλλους.
Καττους, κουνελλια, λαους τζιε σιυλλους. 12.
Ρουσουιν, βηχχαν τζιε μαουλαες.
Μουγιες, τριβιτζια τζιε παμπουλαες.
Λαμπες που λαδιν, τζιερκα, φυτιλλια,
Αγιες ικονες, μπροστα καντιλλια.
Παπαες, ψαλτες που λουτουρκουσαν.
Μαβρα μαντιλλια γρυες φορουσαν.
Δκιακονιταες που δκιακονουσαν
- Νακκον να φασιν, φτωσιοι ζητουσαν.
Προξεννια καμναν γρυες καπαλιν,
Καμναν τα ουλλα κουτσια τζι’αρβαλιν.
Τζι’οσους πεθαναν τους μιζαρωνναν,
Μεσ’στα σεντοννια στο χωμμαν χωνναν.
Λαλω για στρουθους που φτερατζιηζαν.
Γερους στο στρωμαν που βαρκαριζαν.
Γλαστρες με φκιωρα τζιε ραντιστιρκα.
Μεσ’στα περβολλια τα στιλλοτιρκα.
Βροσιην που σταλλωννεν τες χολετρες.
Λαβραν σαν φουρνος που ‘καβκεν πετρες.
Ζεστη αν ητουν, νερα αν λαμναν,
Μεσ’στα χωραφκια ζεβκαριν καμναν.
Ακρηες μαβρες τζιε αρκα γριδκια.
Σιηρους που τρωασιν βαλανιδκια.
Τσακρες, σιηπεττους, λαους, κουνελλια.
Ριζζιν, κουρβουλες, ροβκιες, μπιζελλια. 13.
Κραμπια, μαρουλλια, θρουμπια, ρεπαννια.
Μοτοσυκλεττες, αμαξια, χαννια,
Σπιδκια, ανωγια τζιε μακριναρκα.
Ασιερον, παγνες τζιε αλοναρκα.
Γι’αμαξοτους τζιε με χωμαν στρατες
Που’ταν με κοφκα, τσιλλιες γεματες.
Αλετρα, πελλια, κουννιες τζιε τσαππες.
Ποτσες γεματες γλυκον που φραππες.
Για σπιδκια που’χασιν μεσα σταβλους,
Μεσ’στην γωννιαν τους φωδκια με ζαβλους,
Σ’αλλην γωννιαν μωρα ροχαληζαν,
Δυπλα σε παγνες κτινα ταηζαν.
Για σιυλλους, καττους που παουριζαν
Αμαν ετρεχουντον τζιε γυριζαν.
Φουρνους τζιε συρτες, βραμους, λισιηνες,
Κατσαρα, ξηλα, παππιες τζιε σιηνες.
Την νυκταν ζηζηροι τραουδουσαν.
Μεραν οι λημπουροι εβουρουσαν.
Χρωματα που’χαν ει πεταλλουδες.
Πρασινους καμπους με παπαρουνες.
Μιτσιες στες δωμες ει καφκαρουες
Φεννουνταν ομορφες σαν κορουες,
Σαν μιαλινισκαν κρανοι φορουσαν
Σαν στρατιωτες περιπολουσαν. 14.
Λαλω για μαντηες που γανωνναν,
Τζιε για κιλιντζιηρους που δεν δρωνναν
Μονον κτηπουσαν γυρων τες πορτες
Φουκτες δκιαβαζαν να φκαλουν σορτες.
Λαλω για παμμιες τζιε για τζηωννια,
Καμπους, παττησιες, φρακτες, πιποννια,
Μοσπηλα, κονναρα, αρκα ‘πιδκια,
Κολλιαντρον, σελλενα, κουνουππιδκια.
Για καλαμανγκραν, θρουμπια, ραδιτζια,
Ερκαστην, κονιζους τζιε σκλινιτζια,
Αρτιμαδκιες, ελλιες, καλαμμιονες
- Φτωσιαν, ορφαννιαν, σιηρατες μονες.
Για κουκκουμαρες, πυθαρκα, σταμνες.
Σκνιθους, αρκαππαρους, αροαμνες.
Δρακους, θερκα που μας φοητζιαζαν.
Πλατανους π’ουλλον τα φυλλ’αλλαζαν.
Για βρυσες που’χαν νερον σαν σιονιν.
Τζι’οτι πληρωνει παππου τ’ανγγονιν
Ουλλες του γερου τες αμαρτιες.
‘’κορες πουτανων – τωρα κυριες ! ‘’
Για βατους, λεω, τζιε για φινιτζια,
Ροτσες, τσιακκιλλια, πετρες, χαλιτζια,
Ροκκαν, πατατες, λουβκια, κρομμιδκια,
Χορτα, σπανασια, κουτσια, ξινιδκια. 15.
Για κολοκασιν τζιε κολοκουκκια,
Πρασινα τζι’οξινα αθασουκκια,
Σκορτους, κανελλαν, φατζιην, σταφιδκια,
Καστανα, μηλα, ξερα καριδκια.
Ξανα, λαλω, για γαρους τζιε βουδκια,
Μουλες τζιε βορτους τζιε για ριφουδκια,
Κληματα που’ταν πο’ πας στο δωμαν,
Σπιδκια με κοννον τζιε ασπρον χωμαν.
Για δωξαμενες τζιε αλακαδκια.
Ρουχα γεματα απο κομμαδκια,
Βρατζιες, γελεκκα τζιε για ποηνες.
Φτωσιαν τζιε ψυλλους, φαγια τζιε πηνες.
Για τα τερατσια, ημερα τζι’αρκα,
Αουστον μηναν τζιε για κανταρκα,
Βακλες, κοφινες, σπαους τζιε σμιλες,
Ασπρα σατσια τζιε για τετρακιλες.
Λαλω για εναν αγραφον νομον
- Που’χαν εις γνωσην ουλλοι στον τοπον –
Παντα πονγκλογια στα δεντρα ‘φισουν
- Δωρον φτωχους για να τα βακλισουν.
Για τουρκοπουλλους μεσ’στα χωραφκια.
Στες τσιμηννιες πεζουλες τζιε ραφκια.
Για δασονομους τζιε νεροφορους,
Καντιλαναφτες τζιε νεοκορους. 16.
ΧΟΡΚΑΤΙΤΖΙΗ ΖΩΗ
**Ο Πανικος ‘’της Εφτυχους’’ Χριστου Σαββιδης συνεχιζει την εξιστοριση, στα παιδια του, της ζωης του σε χοριο της Κυπρου πριν το 1961 – πριν ξενιτευτει στην Αυστραλιαν.
- Εδω το ποιημα συνεχιζει απο σελιδα 16.**
Για κανναουρκα τζιε για κουνναππια,
Σουππαν της κοτας με τα ζηνναππια.
Χορτα βραστα τζιε γιαχνιν φασολες.
Ττουλιν που εσσιεπεν τες καρκολες.
Ασσια που καμναν που κολοκουκκια.
Βορτους ψιλους, μιτσια γαουρουκκια.
Σε κολυμπηθρες μωρα βαφτιζαν,
Τιτσιρωμενα τζιε παουριζαν.
Για αμματοπετρες που φερναν γουριν.
Μεσ’στα ρωμιλλια λεθαν πουρκουριν.
Πανω σε τσεστους πολλοι απλωνναν
Τους τραχαναες τζιε τους στεγνωνναν.
Σαβατον παντα ριφκια εσφαζαν,
Μεσ’στην πλατειαν εξω κρεμμαζαν,
Μουγιες βουρουσαν να τους πιτησουν
Πριν τζιε προλαβουν να τα πουλησουν.
Μ’ασβεστη λασπην εκαταγριζαν
Καθε Απριλλην τζιε τα ασπριζαν
Σπιδκια τζιε σταβλους τζιε ορνιθονες
- Μηνες ξοπισω ξερνουσαν σκονες! 17.
Λαλω για γεννες τζιε για μαμμουες
Τζιε για γενετζιες που’ταν λουχουες.
Για τα μορουδκια στα τουλουππιδκια.
Για τον σιησιουκκον τζιε τα σταφιδκια.
Για τα ταλαρα, που’ταν στους τιχους,
Τζι’ειχασιν πανω κεντει με στιχους.
Καδρα γεματα φωτογραφιες
Κρεμμουνταν μεσ’στες τραπεζαριες.
Γρηες στην γκοξαν ποδκιες φορουσαν,
Πανω την μουττην συχνα φυσουσαν.
Τα κοπελλουδκια την μιξαν γλιφαν
Πανω στα σιηλει τους σαν καλιφαν.
Τζιε σαν οι μιαλοι μιαλους εθαβκαν,
Πισω μιτσιοι ζηνισια εκαβκαν.
Τζι’οπως οι μιαλοι πικρα θρυνουσαν
Τζιηνοι κουντουσαν τζιε εγελουσαν.
Λαλω για γαρους μεσα στους καμπους
Παλλουκομενοι ακκαναν βατους
Τζι’αμα βλαστουσεν γυρων τσιαηριν
Τρωαν τζιε καμνασιν παναηριν.
Πατεριμες οι γεροι κρατουσαν,
Σαν τους σιεσμενους επαρπατουσαν,
Στους καβενεες επινναν φριζαν,
Πεζασιν ππαστραν τζιε βαρβαριζαν. 18.
Στα σπιδκια πο’ξω σαν εκεντουσαν
Τζι’αλλες αγραθκια σαν εκρατουσαν,
Σαν πετιναρκα γρηες εκραζαν
Τζι’οτι ακουαν το εδυπλαζαν.
Τζιε ει σιηρατες που’χαν παραες
Εσιησιηνιζαν σαν τες φοραες,
Τζιηνες που ενν εκρατουσαν λιραν
Ουτε που ηλλιον ενν ειχαν μιραν.
Για ορφανα, λαλω, που δουλεβκαν,
Μεσα στα οροι εγιες εγλεπαν
Τζιε που τα σπιδκια τους αλλα βκενναν
Δουλοι στες πολεις τζιε επηενναν.
Η φτωσια εσιει βασανα, κοπους
Σ’ουλλες τες χωρες τζι’ουλλους τους τοπους,
Μα οι φτωσιοι που στην Κυπρον ζησαν
Καστηα μιαλα πολλοι τραβησαν. 19.
The downloadable version of the poem is below. This poem must not be sold in any form, and copyright remains with the author, Peter Savvides.
Leave a comment