Ο ΤΤΟΦΑΡΗΣ Ο ΘΚΙΟΣ ΜΟΥ
( Ο θκιος μου ο Ττοφαρης ηταν ενας τυπικος ανθρωπος των Κυπριακων χωριων προτου το 1960. Ηταν ο μεγαλιτερος αδελφος της μανας μου.
Ηταν επισης υπερβολικως αληθης χριαστιανος που ζουσε με τους κανονες και διδαγματα του ιδιου του Χριστου και τους παλλιους εριμητες και αγιους.
Απο περιπου ηλικειας 7 χρωνων δουλεψα μαζι του στα χωραφια – οργωνοντας με αλετρον, κτιζoντας δωμες, μαζεβοντας χαρουπια και ελλιες. Οταν δεν ειχα δυναμη να κανω κατι, οπως το ξεβγαρι, εκεινος το εκανε και εγω ανεβαινα τα δεντρα για μαζωμα των καρπων. Ετσι δουλεψαμε δυπλα δυπλα για καπου δεκα χρονια στα δικα του και στα δικα μας χωραφια. Τοτε το φαγιτο μας ολη μερα ηταν λιγο ψωμι, ελλιες, χαλουμι, καρπους απο τα δεντρα μας, λαχανικα απο τα χωραφια μας και νερο ).
Ποττε μου δεν εξεχασα πως ειμαι χωρκατουιν,
Τζι’ουτε τα χροννια που’ζησα στην Κυπρον κοπελλουιν.
Μα ουτε πως ο Ττοφαρης του Φωκα ηταν θκιος μου,
Που ‘γεινεν μεσα στην ζωην δασκαλος τζι’οδηγος μου.
Μ’ εβλαβιαν κοντα στην γην τζιε στον θεον εζουσεν.
Βαρος ποττε του δεν ηταν στην γην που παρπατουσεν.
Οι χωρκανοι τον σεβουνταν, τζι’αυτος τους αγαπουσεν.
Τιποτε για συμφερον του, ποττε του, δεν ζητουσεν.
Μαζιν του σαν οργονναμεν χωραφκια στην Ακρουνταν,
Μεσ’στου καλοτζιερκου πυραν τζιε σε σιημωνα πουνταν,
Με διδασκεν να αγαπω, να εκτιμω τους αλλους,
Αντρες, γενετζιες, πλουσιους, φτωχους, μιτσιους τζιε μιαλους.
Τζι’εσου καλε θκιε Ττοφαρη, τα χροννια τζι’αν χαθηκαν,
Παντα να ξερεις τα παλλια για μεν δεν ξεχαστηκαν.
Μαζιν με την γεναικαν μου τζιε κορες κουνουστιζω
Τζι’οτι ζωην επερασες ν’ακουσουν ιστοριζω.
Λαλω τους τοτε στο χορκον την γην καληεργουσες.
Μεραν εσου που την δουλλιαν ποττε δεν εξαρκουσες.
Τα ζωα, δεντρα τζιε πουλλια σαν πλασματα θωρουσες.
Χωμαν που σε εγεννησεν σαν μανα το πονουσες.
Στην φτωσιαν αναγιωθηκες μαζιν με τοσους αλλους.
Σιερκα γεματα εκαμες που της δουλλιας τους καλλους.
Τα βασανα αμετρητα στην φτωσιαν που τραβουσες.
Για’ναν ψουμιν σαν μελισσα τζιε λημπουρος βουρουσες.
Κανεναν δεν επιραζες, κανεναν δεν μισουσες.
Ξενους, γνωστους τζιε χωρκανους τζι’αδελφκια εκτιμουσες.
Τα χρονια της σκληρης δουλλιας προημα σε ‘γερασαν
Μα τους χρυσους κανονες σου οι πικρες δεν χαλασαν.
Εβασανιστηκες πολλα σαν αδρωπος να ζησεις
Τζι’ουλλους αγαπην τζιε καλες αρχες να μας αφησεις.
Τα λογια που μου ελεες στιγμην ενν θα ξεχασω.
Μεσ’στο μυαλον την οψην σου ποττε μου ενν θα χασω.
Το ξερω, στον παραδεισον ξεβκαριν ‘κομα καμνεις.
Κανεναν δεν κακολοας, κανεναν ουτε λαμνεις.
Με τους αγγελους δυπλα σου τσαππιζεις τζιε ποτιζεις,
Μπολλιασμαν καμνεις τα δεντρα, κλαδεβκεις, ξιχορτιζεις.
Τες δωμες που χαλασασιν με πετρες ξανακτιζεις
Τζιε τα κτινα σου σαν μωρα ταηζεις τζιε ποτιζεις.
Ελλιες τζιε τερατσιες, σαν πριν, με προσοχην βακλιζεις.
Μεσ’στα περβολλια, σαν μαρτιν, ξωρτζιαζεις, ξιπετριζεις.
Τζιε με δρεπανιν, σε θωρω, στον καμπον να θεριζεις
Τζι’υστερα με τους αγγελους στ’αλωνιν ανεμιζεις.
Τζιε οσον τζιαν κουραζεσαι, τζι’ειν’το χαμογελον σου
Παντα αθθιζει σαν το φως γυρων στο προσωπον σου.
Σου ειπαν ‘’στον παραδεισον δεν εισιες να δουλεψεις,
Τιποτε δεν θα εισιες πκιον να κλαψεις η να κλεψεις’’.
Μα ‘σου εζητησες, πολλα, που τον θεον την χαριν
Να’σιεις χωραφκια τζιε κτινα, να καμνεις τζιε ζεβκαριν.
Τζιε ουλλοι αστιεβκουν σε, μα ‘σου ‘μως ενν αλλαζεις
– Με την δουλλιαν τζιε προσεφκες τον Κυριον δωξαζεις.
Τζιε τζιηνος, σαν πατερας σου, κρυφα χαμογελαει.
Εσιει’σε περιφανειαν, σαν γυον του σ’ευλογαει.
Παρεαν ουλλοι αγγελοι μαζιν σου παρπατουσιν.
Δυπλα σου ουλλοι με χαραν τζι’αγαπην βοηθουσιν.
Ακουουν, οπως ακουα εγιω, σοφες κουβεντες,
Τζιηνες που καμνουν τους μιτσιους να γινουντε λεβεντες.
Σαν ερτω, ευκομαι τζι’εγιω τζιηπανω, αν μπορησω,
Θελω πολλα, το ξερεις το, μα παλε θα ρωτησω
Να κανονισεις τζιε για ‘μεν να μπω στην συντροφκιαν σου,
Παλε ν’ακουω τα καλα που την χρυσην καρκιαν σου.
Τζιε καθε μεραν να ξυπνω πρωιν ‘κομα με τ’αστρα,
Τζι’οτι φωρεις – ποκαμισον, ποηνες, βρακαν – ασπρα,
Τζιε με το αλετρον ξανα να καμνουμεν ζεβκαριν.
Τζι’οτι ο θκιος μου εισαι ‘σου να το ‘χω ‘γιω καμαριν!!
Πανικος της Ευτυχους / Πανικος Χριστου Σαββιδης / Peter Savvides ( Undated. Composed sometime in the 1990’s ).
The downloadable version of the poem is below. This poem must not be sold in any form, and copyright remains with the author, Peter Savvides.
Leave a comment