ΤΟ ΣΦΥΡΟΥΙΝ

Το Προτο μερος ειναι η διηγηση μιας μικρης περιπετειας ( γυρω στο 1947 ) στο χωριο που γεννηθηκα στην Κυπρο – Ξαναενθημιζω τα γεγονοτα στην μανα μου υστερα απο 49 χρονια.

Το Δευτερο μερος αποτελει ψυχικο υμνο αγαπης προς ολες τες μανες σε ολη τη γη ( οχι μονο στην δικη μου μανα ) για να ξερουν πως τα παιδια τους δεν ξεχνουν τα τοσα που αυτες ει μανες θυσιασανε για το καλο των παιδιων τους ( και προ παντως ει φτωχες μανες σε χωρια και υπεθρο που η ζωη εξαρτατουν απο τη γη και τον καιρο και ηταν ενας δυσκολος αγωνας. Πιο τοσο ακομα για τες μανες που μεγαλωσαν παιδια μονες χωρις αντρες στο σπιτι τους ).

>>>>>>>> 

Τριων χρονων ειμουν μανα,

          Μα ‘κομα αθθυμουμαι

Σαν ναν τωρα,αλλα ξανα,

            Σαν μονος δκιαλοουμαι.

Την μεραν τζιηνην,στο χορκον,

              Που ειμουν κοπελλουιν,

Μιτσικουρης σαν τον κορκον

              Τζι’ εγινηκ’ αδρωπουιν.

Στο σπιτιν ειμαι στο σκαμνιν

           Τζι’ ο ηλλιος ει στην δυσην,

Στον ννομον πιαννεις το σταμνιν

            Να παεις ει στην βρυσην.

Τζιε ποτιληουμαι εγιω,

            Που την ποδκιαν σε πκιαννω,

Σαν το αρνιν σε ακλουθω

           Στιγμην κουτσιην δεν χαννω.

Στην στραταν εξω τζιε οι δκυο

            Στο χωμαν παρπατουμεν,

Πασ’ στην ποδκιαν σου ‘γιω κρατω

            Τζιε λεξην δεν λαλουμεν.

Τζιε ετσι οπως παρπατας

            Τζιε την ποδκιαν καταω

Τους χωρκανους μας σιερετας

            Τζιε ‘γιω σε ακλουθαω.

Τζιε σαν πηαιννουμεν μαζιν

            Που μεσα στην πλατειαν –

Απ’ πεξω που το μαγαζιν –

            Θωρω βαβυλωνειαν.

Που μεσ’ στο συνεργατικον

            Πολλοι μιτσιοι σαρτουσιν

Τζιε τρεχουν σαν τον ποταμον

            Στην στραταν τζιε βουρουσιν.

Σφυρουδκια ουλλοι τους κρατουν

            Τζιε καμνουν παναηριν –

Σαν ριφκια που πορτοκλοτσουν

            Τον Μαην σε τσιαηριν.

Τζιε τρεχουν ουλλοι τους γυρον

            Τζιε τα σφυρκα σφυρουσιν

Τζι’ αναψασιν σαν το λαμπρον

            Τζιε παιζουν τζιε γελουσιν.

Τζι’ εγιω τραβω σε για να ‘μπεις

            Στο μαγαζιν ομπρος σου

Τζιε του μπακκαλλη να του πεις

            “σφυριν θελει ο γυος σου”.

Εσου μου καμνεις την πελλην –

            Σαν μεν εσιεις ακουσει.

Εγιω ‘μαι σαν σε φυλακην –

            Η ‘ζουλα με ‘σιει κρουσει.

Τζιε ‘γιωνη κρουζω στην φωδκιαν

            Τζι’ αρκεβκω κλαματουδκια –

Σφυριν ζητω που την ποδκιαν

            Σαν τ’ αλλα κοπελλουδκια.

Μα ‘σου ακωμα παρπατεις,

            Χαττηριν εμ μου καμνεις,

Την κουζαν πανω σου κρατεις

            Τζιε για την βρυσιν λαμνεις.

Στην βρυσιν γεμωσες νερον

            Τζιε παμεν τωρα πισω,

Μα ‘γιωνη ομως – το μωρον –

            Να παεις εθ  θ’ αφισω.

Χωρις σφυριν, μα προς θεου,

            Να πιασεις να μου δωσεις

Που τον θυμον ενος μορου

            Ποττε εθ θα γλυτωσεις.

Τζιε πο ‘ξω που το μαγαζιν

            Την κουζαν κατεβαζεις

Τζιε μπαιννουμεν τωρα μαζιν

            Σφυριν τζιε μου ‘γωραζεις.

“Παραες ενν κρατω τωρα”

            Λαλεις εις στον μπακκαλην,

“να σου τα φερουν τα μωρα

            Την τζιερκατζιην την αλλην”.

Τζι’εγιω στα σιερκα μου κρατω

            Δικον μου το σφυρουιν,

Να βκουμεν εξω καρτερω

            Να παιξω σαν μωρουιν.

Μα πριν ακομα το χαρω,

            Ακομα πριν σφυρισω

Εις στον μπακκαλην το δειω

            Το επιστρεφω πισω.

“Σφυρουιν εθ θελω, μανα,

            Βειαζου για να παμεν

Στο σπιτιν μας γιανα-γιανα

            Να κατσουμεν να φαμεν”.

Λεξην δεν ειπες, μανα, χαρωσε.

            Τοτε σαν εισουν ξανα θωρω σε.

Εσσω σαν παμεν γλυτζια γελαεις

            Τζιε που το σιεριν σου με κραταεις.

Τζι’οπως με σφυνγγεις τζιε ανγκαδκιαζεις,

            Εγινα αντρας, σαν με κοιταζεις.

Δυπλα σου ειμαι τζιε παρπαταω,

            Ομως στα συννεφα – πκιον – πεταω.

Τζι’ετσι σαν ειμαι, μορον κοντα σου,

            Αντραν – το ξερεις – εσιεις μητα σου.

Δεν συνγκινουμαι πκιον που σφυρουδκια.

            Τζιηνα εν μονον για …”κοπελλουδκια”.

Τζιε προς το σπιτιν μας, ξανα,

            Στην στραταν παρπαταω

Μα ο στραος εγιω, μανα,

            Ξαφνις παραπαταω.

Τζιε πεφτω κατω σαν κτινον

            Τζιε τον ανγκοναν σπαζω.

Το γαιμαν τρεσιει σιονοτον –

            Μα λεξην δεν φωναζω.

Πονω – το γεριμον – τωρα,

            Μα ‘γιω ‘μως ενν σου κλαιω –

“το κλαμαν εν για τα μωρα,

            Εγιω ‘μαι αντρας” λαιω.

Τζιε εσσω παμεν στην αυλην

            Τζιε βρισκω ‘ναν πουλλουιν,

Χαμε νεκρον σαν το γυαλλιν

            Τζι’ αρκεβκω κλαματουιν.

Τζι’εγιω αντρεπομαι τωρα

            Που κλαιω για πουλλουιν.

“το κλαμαν εν για τα μωρα –

            Ξαναγινα μωρουιν ! “.

Μα ‘σου με βαλλεις ανγγαλλιαν –

            Αντι για να με δερεις

Τζιε κοβκεις που ντρανταφυλλιαν

            Αθθον τζιε μου προσφερεις.

Λαλεις μου “αντρας εισαι πκιον,

            Αφου δεν εσιεις κλαψει

Για το δικον σου το κακον

            Τζιε ομως σε ‘σιει βλαψει

Τζιε κλαιεις τωρα που καρκιας

            Για το φτωχον πουλλουιν

Εγαινεις αντρας, συουρκιας,

            Δεν εισαι κοπελλουιν ! “

Τζιηνην την μεραν δεν την ξεχναω,

            Οπου τζι’αν ειμαι, οπου τζι’αν παω.

“ ηταν η μερα πο’ ναν σφυρουιν

            Εκαμεν αντραν το κοπελλουιν “.

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>> 

Τζι’ ομως ο αντρας σαν παρπατουσεν

            Πανω στην μαναν του εκρατουσεν –

Πανω στα σιερκα που δεν με δεραν.

            Μονον αγαπην μου επροσφεραν.

Ηταν τα σιερκα σου για εμεναν –

            Οπως θα ενει για καθε εναν –

Μανας τα σιερκα, που δεν αλλαζουν.

            Σιερκα που ξερουν να ανγκαλλιαζουν.

Τζι’ οσα περασαν που τοτες χροννια

            Τζι’ αν στην κορφην μας ασπρισαν σιοννια,

‘κομα μωρα σου εν τα παιδκια σου.

            Ουλλους σιεπαζει μας η ποδκια σου.

Φαρος τα μαδκια σου λαμπιριζουν.

            Σαν σε λιμανιν μας ναννουριζουν

Τζιηνα της μανας τα δκυο σου σιερκα –

Σαν η πεζουνα τα περιστερκα.

Πλουτη στον κοσμον η φτωσιαν δουμεν

            Οτι μας ειπες ενν το ξεχνουμεν.

Δεν χαραμιζουμεν ουτε σταλαν

            Οσον μας βυζασες, τοτε, γαλαν.

Βασανα περνας να μας νεγιωσεις

            Τζι’αυριον ομορφον να μας δωσεις.

Χρεη αμετρητα σου χρωστουμεν,

            Μανα μας, τζι’ουλλοι σε αγαπουμεν.

Οσον τζι’αν πονες τζιε υστερηθεις,

            Λεξην ποττε δεν παραπονηθεις.

Παντα το μελλον μας εσκεφτωσουν.

            Για τα παιδκια σου αγωνιζωσουν.

Τζιηνη καρκια σου, μανα, να ξερεις –

            Οπου τζι’ αν εισαι τζι’αν υποφερεις –

Μεσ’ στο κορμιν μας ζιει τζιε κτυπαει

            Τζι’ουλλους λαλει μας “μας αγαπαει”.

Εισιες τζιε θα ‘σιεις παντα σου μιαλην,

            Σαν της πεζουνας θερμην, ανγκαλην.

Σιεπεις που κατω που τα φτερα σου

            Ουλλους μας που ‘μαστιν τα παιδκια σου.

Φτωσιαν τζι’αν ειδες, εμεις κοντα σου

            Ζησαμεν ουλλοι γλυτζια μητα σου.

Γιωρκιν σου ηταν παντα συμποννια

            Μεσα στα δυσκολα τζιηνα χροννια.

Μανα, στον κοσμον που με ‘σιεις φερει,

            Ξερω να μαθεις σ’ ενδιαφερει

Πως ζιω τζιε ειμαι τζιε πως τα παω……

            “Ειμαι εν ταξη τζιε σ’ αγαπαω”.

Εν το κορμιν μου που το κορμιν σου.

            Ειμαι τζιε θα ‘μαι παντα παιδιν σου.

Μες στην ζωην μου θα προσπαθησω

            Οτι μου ειπες να τα τυρησω.

‘Κομα κρατω σε που την ποδκιαν σου.

            Μεσ’ στην καρκιαν μου εχω καρκιαν σου.

Μεσα στα βαθη εχω το βκυος σου.

            Ειμαι για παντα, μανα, ο γυος σου.

Μες στο μυαλον μου εισαι οικονα,

            Μιαλη βασιλισσα τζιε κοκονα.

Ετσι σου εισαι τζι’ετσι θα σ’εχω,

            Οπου τζι’αν ειμαι, οπου τζι’αν τρεχω.

Οσον μιαληνω, τζι’οσα περασω,

            Οσα κερτισω, τζι’οσα τζι’αν χασω

Τζιηνην την μεραν ενν την ξεχναω.

            Δυπλα σου ειμαι τζιε παρπαταω.

Σφυνγκεις το σιεριν μου στο δικον σου

            Οπως πηεννουμεν στο χορκον σου.

Ουλλοι οι αλλοι μιτσιοι σφυρουσιν.

            Ομως την μαναν τους δεν κρατουσιν.

Δεν εν καμαριν της μανας ‘κομα.

            Μονον σφυρουδκια εχουν στο στομα.

Ειμαι της μανας μου ο λεβεντης.

            Εχω μιαληνει, ειμαι αφεντης.

Δυπλα σου ειμαι, στην μιαν μερκαν σου.

            Πανω κοιταζω, πα’στην θωρκαν σου

Τζι’εισαι περιφανη που’μαι ο γυος σου –

            Εισαι το δεντρον τζι’ειμαι αθθος σου.

Παντα σου εισαι δυπλα μου, μανα.

            Λογια που μου ‘πες παιζουν καμπανα.

Με ‘καμεν αντραν η αφενγκια σου.

            Οπου τζιε να’σαι, ΜΑΝΑ μου, “Για σου ! ”.

Πανικος Χριστου Σαββιδης ( στο χορκον μου ως “Πανικος της Ευτυχους. Στην Αυστραλιαν Peter Savvides ).

Composed 25-26 April, 1996.

The downloadable version of the poem is below. This poem must not be sold in any form, and copyright remains with the author, Peter Savvides.

Leave a comment